Contact Site Map Home Greek English
Κέρκυρα, Πύλη Τουρισμού textsign
 
     
 

Κερκυραϊκό γλωσσάρι


Home / Σ


σάκκα (η)  = τσάντα
[Από το αρχ ...]

σαλίτζο (το) / σαλιτζάδα (η)  = λιθόστρωτο
[ ...]

σάλτο (to)  = πήδημα
[< IT salt ...]

σαμάρα (η)  = σαμάρι ζώου
[ ...]

σβώλος (ο) / σβόλος (ο)  = μπάλα ξερού χώματος / μτφ ο μπεκρής
[ ...]

σγούμπα (η)  = φούσκωμα, εξόγκωση, καμπούρα
["Εχει μια ...]

σγούμπος (ο)  = καμπούρης
[ ...]

σεγκούνι, ζεγκούνι (το)  = πανοφώρι μέρος της τοπικής ενδυμασίας
[Μεταφορικά ...]

σέστο (το) / σεστάδος (ο)  = κατάσταση, ευπρέπεια / ευκατάστατος, ευπρεπής
[°Δεν έχει ...]

σίκλος (ο) / σίσκλος (ο)  = κουβάς
[ ...]

σιφταίνω (ρήμα)  = προλαβαίνω, προφταίνω, καταφέρνω
[Εχει πάντα ...]

σκαλινάδα (η)  = δρόμος με πλατιά σκαλοπάτια
[< ΙΤ skali ...]

σκαλτσούνι (τ0)  = κάλτσα (η)
[
σκαμινιά / σκαμνιά (η) / σκάμινο (το)  = μουριά / μούρο
[Το δέντρο ...]

σκαμπέλο (το)  = κομοδίνο
[Από το λατ ...]

σκάνιο (to)  = κάθισμα με την ένοια του απλού καθίσματος και όχι της καρέκλας
[Μετεξέλιξη ...]

σκαρβέλι (το)  = υποδοχές σχήματος Γ στο πίσω άνω μέρος της σαμάρας
[ ...]

σκάτολα, σκάτουλα / σκατολέτα / σκατουλί  = κουτί / μικρό κουτί / πολύ μικρό κουτάκι
["Φέρε μια ...]

σκάφος (ο) / σκάφωνας (ο)  = μεταφορικά η κοιλιά του ανθρώπου
["Εκλεισε ο ...]

σκαφώνι (το) / σκαφωνέλι (το)  = ξύλινο πατητήρι σταφιλιών / υποκοριστικό
[μεγάλο δοχ ...]

σκεπετιά (η)  = τουφεκιά
[ ...]

σκεπέτο (το)  = τουφέκι
[Είδος, μάρ ...]

σκιάομαι - σκιάζομαι (ρήμα)  = φοβάμαι
[μεταφορικό ...]

σκίφος ή σκύφος (ο)  = λεκάνη πύλινη ή πέτρινη για το τάϊσμα των ζώων.
[Μεταφορικά ...]

σκόρτσο (το) / σκόρτσα (τα)  = τα ακανόνιστα σανίδια που βγαίνουν για να τετραγωνιστεί το ξύλο, ο κορμός του δέντρου
[< ΙΤ scor ...]

σκουλούμπουρδο (το)  = τούμπα (η)
[ ...]

σκουτέλα (η) / σκουτέλι (το)  = λεκάνη
[Υπάρχει κα ...]

σκουτί (το) / σκουτιά (τα)  = ρούχο / ρούχα
[< Βυζ. σκο ...]

σμπάρο (το)  = ο θόρυβος του πυροβολισμού
[ ...]

σουγκέτο (το)  = είδος σουβλιού ή/και σουγιά
[μεταφορικά ...]

σούγο (το)  = σάλτσα, ζουμί του φαγητού
[
σούδα (η)  = αυλάκι
[ ...]

σουρούπι (το)  = σύντομος ύπνος
[βλ. μπουσο ...]

σπαβεντάρω  = τρομάζω, τινάζομαι από φόβο
[Μη ελεγμέν ...]

σπαβέντο (το) / σπαβεντάρω (ρήμα)  = τρομάρα / τρομάζω
[< ΙΤ spave ...]

σπερνά (τα)  = κόλυβα (τα)
[έδεσμα απο ...]

σπετσιέρης (ο)  = φαρμακοποιός
[< ΙΤ σπέτσ ...]

σπλονίζω (ρήμα)  = ζαλίζω τα ψάρια και τα χέλια
[ρίχνω στο ...]

σπλονισμένος (ο)  = ζαλισμένος
[μετοχή του ...]

σπλόνος (ο)  = φλώμος (Verbascum thapsus )
[Φυτό με χυ ...]

στάγκα (η)  = ξύλινος μοχλός για την περιστροφή της κεφαλής του πιεστηρίου
[<ΙΤ stanga ...]

σταγκοπινιάτης (ο)  = αυτός που γαλβανίζει μαγειρικά σκεύη (πινιάτες)
[ ...]

στάνγκος (ο)  = μέταλλο γαλβανισμού χάλκινων σκευών μαγειρικής
[< ??? ...]

στιά (η)  = φωτιά
[< ΕΛ. εστ ...]

στρούνιος (ο)  = πτηνό ψαρόνι (Sturnus vulgaris)
[
στρώση (η)  = τα κρεβατοσκεπάσματα
[ ...]

στρωσιά (η)  = ο πεσμένος καρπός (μτφ)
["Τρέξε ορέ ...]

συγκάνω (ρήμα)  = ταιριάζω
[< Ελ. συν ...]

σφάκα, ασφάκα (η)  = φυτό με χνουδωτά φύλλα και κίτρινο άνθος
[Να βρεθεί ...]

σφαλάγκι (το) / σφάλαγκας (ο)  = αράχνη
[?? ...]

σφαλαγκωνιά (η)  = ιστός τής αράχνης
[?? ...]

σφαλιά (η)  = πυκνός θμνώδες συγκρότημα συνήθως από βάτα
[ δηλώνει τ ...]

σφηρίδα (η)  = εξάρτημα ελαιοτριβείου
[σάκκος κυκ ...]

σωφεγκιάζω (ρήμα)  = γεύομαι, δοκιμάζω στη γεύση, χρησιμοποιώ κάτι για πρώτη
[?? Αρχ Εσω ...]

σωφυλιάζω (ρήμα)  = θυλικώνω, προσαρμόζω τα μέρη ενός πράγματος
[?? Αρχ Εσ ...]


Αποστολή